Με την παρ. 1 του άρθρου 116 ΚΠολΔ (Καλόπιστη διεξαγωγή της δίκης) ορίζεται ότι: «1. Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις.»
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, η ως άνω διάταξη αποσκοπεί στον περιορισμό της καταχρήσεως των δικονομικών δυνατοτήτων, επιβάλλει στον διάδικο την τήρηση, κατά τη διενέργεια των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως. Επίσης, καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση (και όχι απλώς ως δικονομικό βάρος) την τήρηση του καθήκοντος αλήθειας. Τούτο απαγορεύει στα ανωτέρω πρόσωπα, αφενός να προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν, και αφετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς. Δηλαδή, η παράβαση του καθήκοντος αυτού προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος.
Η εν λόγω παράβαση συνεπάγεται υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου είτε λόγω αδικοπραξίας (σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ), είτε λόγω προσβολής των χρηστών ηθών (σύμφωνα με το άρθρο 919 ΑΚ), αν δεν αντιμάχεται το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση που τελικά εκδόθηκε, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν η αγωγή που ασκήθηκε κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στην περίπτωση αυτή, όποιος βλάφτηκε από την παράβαση του καθήκοντος αληθείας του αντιδίκου του, μπορεί να αξιώσει από τον παραβάτη αποζημίωση για περιουσιακή ζημία που έπαθε (επί πλέον εκείνης που καλύφθηκε από τη δικαστική δαπάνη), εφόσον η ζημία του τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράβαση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του (σύμφωνα με το άρθρο 59 ΑΚ) και γενικά για ηθική βλάβη (σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ), αφού μία τέτοια αγωγή (για αποζημίωση ή ηθική βλάβη) δεν αντιμάχεται το ουσιαστικό δεδικασμένο, αλλά συμπορεύεται μ’ αυτό (ΑΠ 1480/2017).
Ποινές τάξεως (άρθρο 205 ΚΠολΔ)
Με το άρθρο 205 ΚΠολΔ (Χρηματικές ποινές) ορίζεται ότι: «Το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφαση του, επιβάλλει στον διάδικο ή στον νόμιμο αντιπρόσωπο του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000) ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο, ον προκύψει από τη δίκη που έγινε, ότι, αν και το γνώριζαν: 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανούς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας. Αντίγραφο της απόφασης αυτής γνωστοποιείται αμέσως στο Υπουργείο Οικονομικών με επιμέλεια της γραμματείας».
Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης. Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 Κ.Πολ.Δ, αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με την μορφή άμεσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή βαριά αμέλεια (ΑΠ 602/2016, ΑΠ 1443/2014). Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου. Τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως οριοθετούν την ευθύνη του διαδίκου, του νομίμου αντιπροσώπου και του δικαστικού πληρεξουσίου. Ως δικαστήριο αρμόδιο για τον έλεγχο της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 205 ΚΠολΔ και επιβολής, σε καταφατική περίπτωση, της προβλεπόμενης χρηματικής ποινής είναι εκείνο το οποίο αποφάνθηκε με οριστική απόφαση επί της προφανώς απαράδεκτης ή αβάσιμης, αγωγής, ή ενδίκου μέσου, το οποίο και έχει στην διάθεση του τα προς αξιολόγηση της δικονομικής συμπεριφοράς του διαδίκου πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1472/2010).
Αποζημίωση κατ’ άρθρον 914 ΑΚ
Σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου, η παράβαση του καθήκοντος αληθείας συνεπάγεται υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου λόγω αδικοπραξίας, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ, επομένως και προς χρηματική ικανοποίηση του αντιδίκου για προσβολή της προσωπικότητάς του και γενικά για ηθική βλάβη, σύμφωνα με τα άρθρα 59, 932 ΑΚ, στην περίπτωση που στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου ή απόπειρα τελέσεως αυτού. Συγκεκριμένα:
Από τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, που συνιστά ταυτόχρονα και αδικοπραξία (άρθ. 914 ΑΚ), απαιτούνται: α΄) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β΄) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ΄) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, ως τέτοια δε νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεώς της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον, λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα.
Απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν, μεταξύ άλλων, υποβάλλεται σ’ αυτόν ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων, δηλαδή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων αλλά ψευδών κατά το περιεχόμενό τους (ψευδής κατάθεση μάρτυρα κ.λπ.) Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει, στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει, ως αβάσιμη, την αγωγή ή την αίτηση. (ΑΠ 238/2015 Ποιν.).
Περαιτέρω, η προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων είναι απαραίτητη για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης επί δικαστηρίου, ακόμη και υπό τη μορφή της απόπειρας τέλεσης αυτού, εφόσον μόνη η υποβολή αναληθούς ισχυρισμού δι’ αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, ή με τις προτάσεις, χωρίς την προσκομιδή μετ’ επικλήσεως προς απόδειξη αυτού (ισχυρισμού) εν γνώσει πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων και εν γένει αποδεικτικών στοιχείων (όπως είναι και οι ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων), δεν συνιστά πράξη περιέχουσα αρχή εκτέλεσης, όρος απαραίτητος για να συγκροτηθεί η έννοια της απόπειρας κατ’ άρθρο 42 § 1 ΠΚ (ΑΠ 512/2011 Ποιν. Κ.ά.).
Εξάλλου, απάτη επί δικαστηρίου μπορεί να τελεστεί και με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθούς περιστατικού, όταν η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση μπορεί να παραπλανήσει το δικαστήριο στην έκδοση δυσμενούς για τον αντίδικο απόφασης, η οποία θα του προξενήσει περιουσιακή βλάβη, που θα αποφευγόταν, εάν ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο δικηγόρος του τηρούσε τις εκ του άρθρου 116 ΚΠολΔ υποχρεώσεις του (καθήκον αληθείας) και ανακοίνωνε στο δικαστήριο το σημαντικό για την όλη υπόθεση περιστατικό, εφόσον συντρέχουν κατά τα λοιπά οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις του εγκλήματος αυτού (δηλαδή της απάτης). Έτσι, όταν η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση έγινε από τον διάδικο ή τον νόμιμο αντιπρόσωπο ή τον δικηγόρο του με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη ξένης περιουσίας, που θα επέλθει ακριβώς λόγω της ηθελημένης παραπλάνησης του δικαστηρίου με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση του κρίσιμου για την όλη υπόθεση περιστατικού, μπορεί να τελεστεί η πράξη της απάτης στο δικαστήριο (ΣυμβΑΠ 176/2006 Ποιν.), εφόσον, βέβαια, γίνεται επίκληση και προσκόμιση ψευδών αποδεικτικών μέσων. Δηλαδή, στην περίπτωση της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθούς περιστατικού από τον διάδικο ή τον νόμιμο αντιπρόσωπο ή τον δικηγόρο του που επιδιώκει επιθετικά (με αβάσιμη αγωγή ή ένσταση) την ηθελημένη παραπλάνηση του δικαστηρίου, η απάτη στο Δικαστήριο στοιχειοθετείται μόνον όταν, όπως προαναφέρθηκε, η παράβαση του καθήκοντος αλήθειας συνοδεύεται από ψευδή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 997/2025, ΕφΑθ 2144/2024, ΕφΠειρ 339/2020, κ.ά.)
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση που οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποι ή πληρεξούσιοι δικηγόροι τους δεν τηρούν το καθήκον αληθείας, που θεσπίστηκε με το άρθρο 116 Κ.Πολ.Δ., γιατί προβάλλουν ψευδείς ή ακόμη και κακόπιστους ισχυρισμούς ή παρασιωπούν την αλήθεια, χωρίς να επικαλούνται και να προσκομίζουν ψευδή αποδεικτικά στοιχεία, είναι εκτεθειμένοι στις κυρώσεις του άρθρου 205 Κ.Πολ.Δ. και όχι σε ποινική δίωξη για απάτη ενώπιον του δικαστηρίου. Η παράβαση του καθήκοντος της αλήθειας στις πολιτικές δίκες, όταν δεν συνοδεύεται και με την σύγχρονη επίκληση και προσαγωγή ψευδών αποδεικτικών μέσων, συνεπάγεται μόνο αστικές δικονομικές συνέπειες. Τούτο συνάγεται και από το άρθρο 205 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο εκφράζεται η βούληση του νομοθέτη να μην τιμωρείται για απάτη εκείνος που παραβιάζει το καθήκον αλήθειας. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 205 Κ.Πολ.Δ. ποινή τάξης θα στερείτο νοήματος, εάν η προσβολή καθήκοντος αληθείας ήταν κατά κυριολεξία αξιόποινη με βάση διατάξεις περί απάτης. Επομένως, δεν αρκεί μόνο η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων ή η άρνηση των αληθινών του αντιδίκου, αλλά απαιτείται και η επίκληση και προσκόμιση ψευδών αποδεικτικών μέσων ( ΕφΑθ 2144/2024).
Ωστόσο, εάν ο ενάγων, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, άσκησε προφανώς αβάσιμη αγωγή, από την οποία ζημιώθηκε ο εναγόμενος, δίχως όμως να διαπράξει απάτη στο δικαστήριο, μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδικοπρακτική του ευθύνη, κατά την έννοια του άρθρου 919 ΑΚ, δηλαδή λόγω προσβολής των χρηστών ηθών, εφόσον η εκ μέρους του παράβαση του καθήκοντος αληθείας έγινε δολίως και κατά τρόπο που αντιβαίνει προς τα χρηστά ήθη, αυτός ενήργησε με πρόθεση να βλάψει τον εναγόμενο ηθικά και οικονομικά, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ συμπεριφοράς του και της βλάβης που ο εναγόμενος υπέστη και η εν λόγω αξίωση του τελευταίου δεν προσκρούει στο από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση δεδικασμένο (ΕφΑθ 362/2017).
