Οι βεβαιωτικές πράξεις της Διοίκησης δεν έχουν τον χαρακτήρα διοικητικής πράξης, και τούτο διότι στερούνται εκτελεστότητας, καθόσον επιβεβαιώνουν ήδη υπάρχουσα ρύθμιση, συνεπώς δεν προσβάλλονται ενώπιον των Δικαστηρίων.

 Μία τέτοια περίπτωση βεβαιωτικής πράξης, η οποία δεν προσβάλλεται παραδεκτώς ενώπιον των Δικαστηρίων, αποτελεί η απόρριψη αίτησης που υποβάλλεται δεύτερη φορά από τον διοικούμενο προς την Διοίκηση κατόπιν απορρίψεως πρώτης αιτήσεώς του με ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο, χωρίς να έχει μεσολαβήσει μεταξύ της αρχικής απόρριψης και της επανυποβολής του αιτήματος κάποιο κρίσιμο νεότερο στοιχείο.

  Ειδικότερα: 

Στο άρθρο 63 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999, ως ισχύει), ορίζεται ότι: «1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε ειδικές διατάξεις του Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε προσφυγή. 2. Παράλειψη υπάρχει όταν η διοικητική αρχή, αν και υποχρεούται κατά νόμο, δεν εκδίδει εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη για να ρυθμίσει ορισμένη έννομη σχέση. Η παράλειψη συντελείται με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που τυχόν τάσσει ο νόμος για την έκδοση, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, της πράξης αυτής. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση (σιωπηρή άρνηση), αν από το νόμο δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, η παράλειψη συντελείται με την πάροδο άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης στη Διοίκηση. Η κατά τις προηγούμενες περιόδους παράλειψη συντελείται, επίσης, με την έκδοση θετικής διοικητικής πράξης από την οποία συνεπάγεται εμμέσως η βούληση της Διοίκησης να μην προβεί στη ρύθμιση ορισμένης έννομης σχέσης. […]»

 Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι δεν προσβάλλεται παραδεκτώς με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής, μη εκτελεστή διοικητική πράξη, όπως είναι η ρητή ή σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης επί δεύτερης ομοίου περιεχομένου αίτησης του διοικουμένου, η οποία εχώρησε χωρίς νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, καθώς η άρνηση αυτή έχει βεβαιωτικό χαρακτήρα και δηλώνει την εμμονή της Διοίκησης στη λύση που δόθηκε προηγουμένως. «Όμοιο περιεχόμενο» νοείται η μη επίκληση νεότερων και κρίσιμων στοιχείων που οδηγούν στην αποδοχή της μεταγενέστερης (δεύτερης) αίτησης.

Περαιτέρω, στο άρθρο 45 του π.δ. 18/1989 (άρ. 27 ν.702/1977, 3 παρ. 2 ν.1470/1984), ορίζεται ότι : «1. Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται μόνον κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου …4. Στις περιπτώσεις που ο νόμος επιβάλλει σε κάποια αρχή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής πράξης, η οποία υπάγεται στους όρους της παρ. 1 η αίτηση ακυρώσεως είναι δεκτή και κατά της παράλειψης της αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Η αρχή θεωρείται ότι αρνείται την ενέργεια αυτή όταν παρέλθει άπρακτη η ειδική προθεσμία που τυχόν τάσσει ο νόμος, διαφορετικά όταν παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως στη Διοίκηση …»

Συνεπώς, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν είναι προσβλητή με το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως, ως στερούμενη εκτελεστότητας, η επιβεβαιωτική διοικητική πράξη, δηλαδή η ρητή ή σιωπηρή πράξη με την οποία δηλώνεται εμμονή της Διοίκησης σε προηγούμενη ρητή ή σιωπηρή πράξη ή παράλειψή της, χωρίς την πραγματοποίηση νέας ουσιαστικής έρευνας της υπόθεσης, ελλείψει επικαλούμενων και αποδεικνυόμενων κρίσιμων νεότερων στοιχείων, δηλαδή όταν το κρίσιμο πραγματικό και νομικό καθεστώς, με βάση το οποίο κρίνεται η υπόθεση, παραμένει το αυτό.  

Σχετική Νομολογία: ΣτΕ 1754/2017, 3672/2014, 5094/2012, 1318/2008 κ.ά.