Σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 3 π.δ. 18/1989, ως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 3900/2010 και, περαιτέρω, με το άρθρο 15 παρ. 2 ν.4446/2016 (έναρξη ισχύος: 22.12.2016) : «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση».Σύμφωνα δε με το άρθρο 53 παρ. 4 π.δ. 18/1989, ως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 ν.3900/2010 (έναρξη ισχύος: 01.01.2011) : «4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της. Ειδικώς στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις, το όριο αυτό ορίζεται στις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Τα ποσά αυτά μπορεί να αναπροσαρμόζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό εισφοράς, φόρου κλπ., χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και όταν το ένδικο μέσο που ασκήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους. Όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από τον ιδιώτη διάδικο, η αρμόδια κατά περίπτωση αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υποβάλλουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με μέριμνα της Γραμματείας του Δικαστηρίου, σημείωμα για το παραπάνω ποσό της διαφοράς. Όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκείται από τον διάδικο, διοικητική αρχή ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή από τον προϊστάμενο τους Υπουργό, το εν λόγω σημείωμα συνυποβάλλεται με την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες καταλαμβάνουν τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος τους, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΣτΕ 2177/2011 επταμ.), για το παραδεκτό της άσκησης αίτησης αναιρέσεως απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων αμφοτέρων των ως άνω παραγράφων (ΣτΕ 679/2021, 456/2020, 2185/2019, 856/2013 επταμ., κ.ά.). Ειδικότερα, αν πρόκειται για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν άσκησης προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της, για το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως απαιτείται προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλει η παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, ενώ, αν πρόκειται για χρηματικού αντικειμένου διαφορά το ποσό της οποίας υπολείπεται των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναίρεσης ασκείται απαραδέκτως, χωρίς να ασκεί καμία επιρροή τυχόν προβολή ισχυρισμών με το ως άνω περιεχόμενο (ΣτΕ 456, 2903-5/2020, 2185/2019 κ.ά.).

               ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ως προς την παρ. 3 του άρ. 53 π.δ. 18/1989

               Στις περιπτώσεις που το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως εξαρτάται από την προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 53 π.δ. 18/1989, ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 456, 2903-5/2020 2185/2019 κ.ά.). Ως τέτοια νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος που επιλύθηκε σε υπόθεση υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά και όχι η διαμορφωθείσα νομολογία επί νομικού ζητήματος ανάλογου ή παρόμοιου (ΣτΕ 679/2021, 456/2020, 2185/2019 κ.ά.). Ειδικότερα δε, αν ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη νομολογίας ή αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς υφιστάμενη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, νομολογία, πρέπει η έλλειψη ή η αντίθεση αυτή να μην αναφέρεται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά να αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής δυναμένης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν η ερμηνεία αυτή διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών αποφάσεων προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση (ΣτΕ 456/2020, 2185/2019 κ.ά.).

Ενόψει αυτών, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν θέτουν νομικό ζήτημα υπό την ως άνω έννοια, καθώς δεν αφορούν ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής δυναμένης να έχει γενικότερη εφαρμογή, το θέτουν, όμως, εκείνοι που αναφέρονται στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως. Και αυτό διότι η επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος μπορεί να δημιουργήσει νομολογιακό προηγούμενο με κατευθυντήρια λειτουργία ή γενικότερη εφαρμογή κατά την επίλυση άλλων διαφορών. Οπότε, σε μία τέτοια περίπτωση, νομολογία θεωρείται ότι υπάρχει μόνον όταν έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας υπόθεση υπό τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά, διότι μόνον τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό ζήτημα (Σ.τ.Ε. 1972/2021 επταμ., 908/2022, 160/2020).

Ομοίως, σε περίπτωση ερμηνείας και εφαρμογής από τα δικαστήρια της ουσίας αόριστων νομικών εννοιών (π.χ. εύλογος χρόνος, αιτιώδης σύνδεσμος κ.ά.) με υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών δεδομένων της κάθε υπόθεσης, ζήτημα νομολογιακού προηγούμενου μπορεί να τεθεί μόνον εφόσον το οικείο δικαστήριο (Συμβούλιο της Επικρατείας ή άλλο ανώτατο δικαστήριο ή διοικητικό δικαστήριο) έχει αποφανθεί σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε και μόνον μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το οικείο κατά περίπτωση δικαστήριο το ίδιο νομικό ζήτημα (βλ. ΣτΕ 1972/2021 επταμ., 908/2022, 160/2020, 1207/2019).

Εξάλλου, εάν τεκμηριωθεί η αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις ή η έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αίτηση είναι παραδεκτή και ερευνάται μόνο κατά το μέρος και ως προς τους λόγους που αφορούν το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα για το οποίο είτε υπάρχει αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης προς τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις είτε υπάρχει έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1972/2021 επταμ., 160/2020).

Τέλος, ως νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε σχέση με την οποία μπορεί να προβληθεί αντίθεση προς θεμελίωση του παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, νοείται ερμηνευτική κρίση του Δικαστηρίου τόσο ρητή, όσο και συναγόμενη εμμέσως πλην σαφώς (ΣτΕ 2607/2018, πρβ. και ΣτΕ 167/2017 επταμ., 2599/2015 επταμ.)η οποία μπορεί να εντοπίζεται είτε στη μείζονα είτε και στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού απόφασής του (ΣτΕ 956/2021, 88/2018, 331-336/2018, 4183/2015 κ.ά.).

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ως προς την παρ. 4 του άρ. 53 π.δ. 18/1989

Επί πλειόνων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, για τον προσδιορισμό του ύψους του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το ύψος του χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί σε καθέναν από αυτούς (ΣτΕ 594/2021, 372/2021, 1895/2018, 452/2016 επταμ. κ.ά.).

Περιοδικές παροχές: Ως περιοδικές χαρακτηρίζονται οι παροχές, που έχουν εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο, επαναλαμβάνονται, όμως, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα και δεν συναρτώνται ως προς τη γέννηση ή την ύπαρξή τους με κάποια αίρεση, αλλά παράγονται με μόνη την παρέλευση του αναγκαίου χρόνου που έχει ορισθεί από τον νόμο.

Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, «περιοδικές παροχές» είναι παροχές του Κράτους (συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) στους νόμιμους δικαιούχους αυτών, όχι όμως δημόσια βάρη, ήτοι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις και πολλαπλά τέλη (ΣτΕ 1337/2020, πρβ. ΣτΕ 263/2019, εν συμβ.).

Δικαίωμα σε σύνταξη: Η αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς, χωρίς τον τιθέμενο με την εν λόγω διάταξη περιορισμό, δηλαδή ακόμη και αν το ύψος του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ, εφόσον η διαφορά που έχει επιλυθεί από τα δικαστήρια της ουσίας κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας αφορά, μεταξύ άλλων, στη θεμελίωση δικαιώματος σε σύνταξη. Ως τέτοιες  δε νοούνται αποκλειστικά και μόνον οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την εξέταση από τα αρμόδια Ταμεία της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων θεμελιώσεως του δικαιώματος για λήψη συνταξιοδοτικής παροχής. Κατά τα λοιπά, οι διαφορές οι οποίες ανακύπτουν κατά την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σχέσεως, πριν τεθεί ζήτημα θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατά τα ανωτέρω (όπως είναι, ιδίως, οι διαφορές περί την υπαγωγή στην ασφάλιση, την αναγνώριση χρόνου ασφαλίσεως, τον χαρακτηρισμό ατυχήματος ως εργατικού ή μη, την ασφαλιστική τακτοποίηση εργαζομένου κατά τον ΚΒΑΕ [Κανονισμό Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων] ή το δικαίωμα συνεχίσεως στην προαιρετική ασφάλιση, ακόμη και αν τα αμφισβητούμενα ζητήματα δύνανται να επιδράσουν στη μελλοντική θεμελίωση του δικαιώματος λήψεως συνταξιοδοτικής παροχής) είναι διαφορές χωρίς άμεσο χρηματικό αντικείμενο.

Διαφορές από φόρο:

Εφόσον με την επίδικη πράξη της φορολογικής Διοίκησης έχει επιβληθεί κύριος φόρος καθώς και πρόσθετος φόρος, για τον υπολογισμό του ποσού της διαφοράς, δεν λαμβάνεται, κατ’ αρχήν, υπόψη ο πρόσθετος φόρος (ΣτΕ 3260/2017, 2934/2017 επταμ., 172/2018 επταμ., κ.ά.).

Σε περίπτωση στην οποία ενδικοφανής προσφυγή κατά περισσότερων καταλογιστικών πράξεων της φορολογικής αρχής απορρίπτεται με μία απόφαση της φορολογικής Διοίκησης, η απόφαση αυτή αναλύεται σε τόσες απορριπτικές πράξεις όσες και οι προσβληθείσες με την ενδικοφανή προσφυγή, για τις ανάγκες υπολογισμού του ποσού της αναιρετικής διαφοράς (ΣτΕ 2934/2017 επταμ., 172/2018 επταμ.). Όταν δε με μία προσφυγή προσβάλλεται η σιωπηρή απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής κατά περισσότερων πράξεων, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, αναλύεται σε τόσες απορριπτικές πράξεις όσες και οι προσβληθείσες με την ενδικοφανή προσφυγή, και το διοικητικό δικαστήριο εκδίδει μία απόφαση επ’ αυτής, ως ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας λαμβάνεται κατ’ αρχήν το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε πράξη χωριστά (ΣτΕ 2934/2017 επταμ., 1897/2016 επταμ., 886/2016 επταμ., 2698/2015 επταμ., 1763/2014 εν συμβ. κ.ά.), αλλά, κατ’ απόκλιση του ως άνω κανόνα, συναθροίζονται τα ποσά που αντιστοιχούν στις (προσβληθείσες με την ενδικοφανή προσφυγή) πράξεις με τις οποίες επιβάλλεται φόρος επί του εισοδήματος του αυτού διαδίκου για το ίδιο οικονομικό/φορολογικό έτος, με βάση τη διαπίστωση από τη φορολογική αρχή της ύπαρξης (της αυτής) μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η προσβολή με μία προσφυγή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής κατά των εν λόγω πράξεων καθώς και η έκδοση από το διοικητικό δικαστήριο μιας απόφασης δεν αποτελούν τυχαία γεγονότα, αλλά δικαιολογούνται πλήρως, ενόψει τόσο του παρόμοιου ρυθμιστικού περιεχομένου (επιβολή φόρου επί του εισοδήματος του ίδιου οικονομικού/φορολογικού έτους) και της κοινής βάσης των ως άνω πράξεων (ύπαρξη μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος) όσο και της συνδεόμενης με την αποτελεσματική απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης ανάγκης ενιαίας επίλυσης της διαφοράς, η οποία προκύπτει από τον καταλογισμό φόρου βάσει της προαναφερόμενης διαπίστωσης (ΣτΕ 1895/2018).

ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΡ. 4 ΑΡ. 53 Π.Δ. 18/1989

Σύμφωνα με το άρθρο 2 ν.3900/2010: «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας, ή έφεση, αν πρόκειται για ακυρωτική διαφορά. Αν το Συμβούλιο της Επικρατείας διαπιστώσει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, μπορεί, εφόσον η απόφαση αυτή υπόκειται σε έφεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου, να του παραπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση.»

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, η εν λόγω, «κατ’ άλμα» λεγόμενη, αναίρεση ασκείται κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, επομένως ασκείται παραδεκτώς, ακόμη και αν το ύψος του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ, όταν με αυτήν προσβάλλεται απόφαση διοικητικού δικαστηρίου ουσίας, δηλαδή Διοικητικού Πρωτοδικείου ή Διοικητικού Εφετείου, με την οποία κρίνεται διάταξη τυπικού νόμου ή κανονιστική διοικητική πράξη ως αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη (ΣτΕ Ολ219/2021). Αν το ζήτημα αντίθεσης με υπέρτερης τυπικής ισχύος διάταξη επιλυθεί μεταξύ της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και της εκδίκασης της αίτησης αναιρέσεως, η τελευταία αποβαίνει απαράδεκτη.